Μαθήματα κιθάρας

Η κλασική κιθάρα είναι έγχορδο νυκτό μουσικό όργανο. Σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης μουσικών οργάνων Hornbostel-Sachs, ανήκει στα χορδόφωνα. Το κούρδισμα της είναι συνήθως μι – λα -ρε – σολ – σι – μι, αλλά συναντώνται και άλλα κουρδίσματα, όπως με την 6η χορδή κουρδισμένη σε Ρε. Γράφεται στο κλειδί του σολ κάτω οκτάβας, δηλαδή ακούγεται μια οκτάβα χαμηλότερα από τη γραφή της. Η σύγχρονη κιθάρα αποτελείται συνήθως από έξι χορδές, ωστόσο συναντώνται και κιθάρες με επτά, οκτώ ή και δέκα χορδές. Οι πολύχορδες κιθάρες δίνουν μεγαλύτερη έκταση στα μπάσα. Η εξάχορδη κιθάρα έχει έκταση τρεις και μισή οκτάβες.

Το ξύλινο σκάφος ή ηχείο αποτελείται από τρεις επιφάνειες. Η εμπρός επιφάνεια είναι συνήθως φτιαγμένη από ξύλο ερυθρελάτης ή κέδρου και λέγεται αρμονικό πεδίο ή καπάκι. Το καπάκι είναι το πιο σημαντικό μέρος της κιθάρας και διαμορφώνει σε μεγάλο ποσοστό την τελική ηχητική απόδοση. Τα καλής ποιότητας καπάκια πάλλονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να ενισχύουν τον ήχο, ενώ παράλληλα τον εμπλουτίζουν με πλούσια γκάμα αρμονικών συχνοτήτων, έτσι ώστε να αποδίδονται τα επιθυμητά ηχοχρώματα.

Η πλάτη και τα πλαϊνά είναι συνήθως από σφενδάμι ή παλίσανδρο. Στη μέση του ηχείου υπάρχει ένα κυκλικό άνοιγμα που είναι διακοσμημένο γύρω-γύρω με τη ροζέτα. Τα παλιά χρόνια, αλλά και σήμερα, η διακόσμηση της ροζέτας αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την υπογραφή του κατασκευαστή. Οι κατασκευαστές συναγωνίζονταν ποιος θα φτιάξει την πιο περίτεχνη.

Μέρη της κιθάρας

 

Στο επάνω μέρος του ηχείου βρίσκεται ο βραχίονας που συνδέεται με αυτό με τη βοήθεια του τακουνιού και καταλήγει στην κεφαλή με τα κλειδιά, τα οποία ελέγχουν την τάση των χορδών. Οι χορδές, αφού δεθούν στη γέφυρα, περνάνε από τον μεγάλο καβαλάρη, διασχίζουν παράλληλα τον βραχίονα και μέσω του μικρού καβαλάρη καταλήγουν στα κλειδιά.

Στο εμπρός μέρος του βραχίονα βρίσκεται η ταστιέρα. Η ταστιέρα κατασκευάζεται από σκληρό ξύλο, συνήθως έβενο, έτσι ώστε να μη φθείρεται εύκολα από το παίξιμο. Στην ταστιέρα βρίσκονται τα τάστα. Τα τάστα είναι μικρά μεταλλικά ελάσματα που προσαρμόζονται πάνω στην εβένινη πλάκα. Η κιθάρα έχει 19 τάστα και συνεπώς μπορεί να αποδώσει σε κάθε χορδή 19 φθόγγους (μιάμιση οκτάβα).

Οι χορδές παλαιότερα ήταν κατασκευασμένες από έντερο. Σήμερα οι τρεις πρώτες κατασκευάζονται από νάιλον ή άλλα σύγχρονα υλικά, όπως ανθρακονήματα, ενώ οι τρεις μπάσες κατασκευάζονται από λεπτά νήματα στα οποία έχει περιτυλιχθεί μεταλλικό λεπτό σύρμα. Δεν είναι ίδιες όλες οι χορδές. Εκτός από την ποικιλία των υλικών που διατίθενται, διαχωρίζονται σε μαλακές, μεσαίες και σκληρές. Ο κιθαριστής, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του και την κιθάρα που διαθέτει, κάνει τις επιλογές του. Το μήκος δονούμενης χορδής (vibrating length) είναι το τμήμα της χορδής που βρίσκεται ανάμεσα στους δύο καβαλάρηδες. Είναι συνήθως 64 ή 65cm. Υπάρχουν μαθητικές κιθάρες με μικρότερα μήκη χορδών κατασκευασμένες για μικρούς μαθητές. Αυτές λέγονται κιθάρες 3/4 ή 1/2 ανάλογα με το μήκος χορδής. Το μικρότερο μήκος χορδής είναι 48cm.

Οι σύγχρονες κλασικές κιθάρες βασίζονται στις κατασκευαστικές αρχές που έθεσε ο Ισπανός Αντόνιο Τόρες (Antonio Torres, 1817-1892) στα μέσα του 19ου αιώνα.

Εσωτερικά η κιθάρα υποστηρίζεται από τραβέρσες και ακτίνες, τμήματα ξύλου που υποστηρίζουν την όλη κατασκευή έτσι ώστε να αντέχει τις τάσεις των χορδών ενώ, παράλληλα, προάγουν την ακουστική του οργάνου. Η κάθε χορδή ασκεί μεγάλη τάση καθώς είναι κουρδισμένη. Υπολογίζεται ότι η συνολική δύναμη που ασκούν οι χορδές στη γέφυρα και στα κλειδιά είναι ίση με 35-45 kg, ανάλογα με το είδος των χορδών.

Εσωτερικό της κιθάρας

Φαίνεται ότι οι ρίζες της κιθάρας ξεκινούν από τα βάθη της αρχαίας Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.

Λύρα, Har Moses, Φόρμιγξ, Κίθαρις

Το αρχαιότερο έγχορδο που σώζεται μέχρι σήμερα είναι μία Λύρα με διακόσμηση κεφαλής ταύρου που κατασκευάστηκε από τους Σουμέριους στην πόλη Ουρ της Μεσοποταμίας πριν 4500 χρόνια.

Στην αρχαία Αίγυπτο υπήρχαν μουσικά όργανα, με χαρακτηριστικά τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρόγονοι της κιθάρας, όπως το τρίχορδο του τραγουδιστή Har-Mose που σώθηκε σε αιγυπτιακό τάφο. Αλλά και κατά την περίοδο που ήκμασε ο πολιτισμός των Χετταίων, σώζονται ανάγλυφα με όργανα που μοιάζουν με κιθάρες.

Η αρχαία Ελληνική κιθάρα οργανολογικά μοιάζει με την λύρα, που ήταν ένα είδος άρπας. Η Φόρμινξ, που συνόδευε τα Ομηρικά Έπη, θεωρείται ο πρόγονός της. Η αρχαιοελληνική κιθάρα ήταν το αγαπημένο όργανο του θεού Απόλλωνα. Έμοιαζε περισσότερο με τη λύρα, από την οποία διέφερε κατά το ηχείο. Το ηχείο της λύρας κατασκευάζονταν από όστρακο χελώνας ενώ της κιθάρας ήταν ξύλινο.

Η τέχνη του τραγουδιού με συνοδεία κιθάρας ή λύρας εθεωρείτο απαραίτητο στοιχείο της μόρφωσης των αρχαίων Ελλήνων. Οι μουσικοί που έπαιζαν κιθάρα ονομάζονταν κιθαρωδοί, λάμβαναν μέρος σε μουσικούς αγώνες, έπαιζαν στα συμπόσια και στις γιορτές και φορούσαν ειδική μεγαλοπρεπή στολή, την στολή του κιθαρωδού. Τέτοια στολή φοράει και ο θεός Απόλλωνας ως κιθαρωδός στο άγαλμα του γλύπτη Σκόπα.

Η διαδρομή της λέξης κιθάρα, φαίνεται να αρχίζει από την αρχαία Περσία, όπου υπάρχουν ακόμα εν χρήσει όργανα όπως το dotar (δίχορδο) και το setar (τρίχορδο), καθώς και το

chartar, char (τέσσερις) + tar ( = χορδή στα Σανσκριτικά) = τετράχορδο

απ’ όπου πήρε την ονομασία της η κιθάρα.

Η λέξη, στη συνέχεια, περνά από την αρχαία Ελλάδα (κιθάρα) στην Ρώμη (cithara) και καταλήγει μέσω των Μαυριτανών στην Ισπανία (guitarra). Στη σημερινή Ευρώπη η αρχαία ρίζα «tar» σε όλες τις ονομασίες είναι παρούσα:

  • Guitar (Αγγλία),
  • Chitarra (Ιταλία)
  • Guitare (Γαλλία)
  • Guitarra (Ισπανία)
Η κιθάρα στο Μεσαίωνα (5ος – 14ος αιώνας) και την Αναγέννηση (15ος – 16ος αιώνας)

Η Μαυριτανική κιθάρα (Guitarra Morisca) μεταφέρθηκε και εισήχθη από τους Μαυριτανούς τον μεσαίωνα κατά την κατάκτηση της Ισπανίας. Ωστόσο, η Λατινική κιθάρα (Guitarra Latina) φαίνεται να είναι ο τύπος του οργάνου που αναμφίβολα εξελίχθηκε στη σύγχρονη κιθάρα.

Κιθάρα Latina Κιθάρα Morisca
Κιθάρα Latina και Κιθάρα Morisca

Κατά το Μεσαίωνα είχε παρατηρηθεί η συνύπαρξη τρίχορδων, τετράχορδων αλλά και πεντάχορδων μουσικών οργάνων. Το 15ο αιώνα η κιθάρα με τέσσερις διπλές χορδές διακρίθηκε για τη δημοτικότητά της.

Κατά το 16ο αιώνα σταδιακά αντικαταστάθηκε και αυτό το μουσικό όργανο με τη σειρά του, από ένα άλλο που είχε πέντε διπλές χορδές. Οι κιθάρες αυτές της Αναγέννησης το 16ο αιώνα περιγράφονται ως vihuela (με 6 χορδές) την εποχή του Luis Milan στην Ισπανία, rizzio στη Γαλλία και chitarra
battente στην Ιταλία. Μερικές από αυτές υπάρχουν ακόμα και σήμερα στα μουσεία και σε συλλογές οργάνων.

Πεντάχορδη κίθάρα του Μεσαίωνα και Βιχουέλα

Την εποχή του μεσαίωνα εμφανίζεται στην Ευρώπη το συγγενές έγχορδο λαούτο, απ’ το οποίο η κιθάρα έχει δανειστεί ένα μεγάλο μέρος του ρεπερτορίου της.

Το λαούτο της Αναγέννησης και του Μπαρόκ

Το λαούτο στην πρώτη του μορφή δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα κλαδί λυγισμένο σαν τόξο, πάνω στο οποίο τέντωναν πολλές εντέρινες χορδές. Σε αυτή την πρωταρχική μορφή του, το χρησιμοποιούσαν οι μεσοποτάμιοι λαοί για να συνοδεύουν τα τραγούδια, τοποθετώντας μάλιστα συχνά μια νεροκολοκύθα στο κάτω μέρος, για αντηχείο.

Άλλωστε, στα αραβικά al’ud σημαίνει «το ξύλο». Από εκεί μέχρι το la-ud (la: άρθρο) και την τελική ονομασία la Lid, ο δρόμος είναι μικρός. Το λαούτο και η κιθάρα, παρότι είναι συγγενή όργανα, με παρόμοια κουρδίσματα, έχουν διαφορετική καταγωγή τόσο ως όργανα όσο και στην ονομασία.

Αναγεννησιακό και Μπαρόκ Λαούτο

Το λαούτο φέρνουν πρώτοι στην Ευρώπη οι Μαυριτανοί, κατακτητές της Ισπανίας. Αλλά και οι Σταυροφόροι του 11ου αιώνα, φέρνουν μαζί τους από τους Αγίους Τόπους το αραβικό λαούτο, με τις τέσσερις χορδές που παίζονταν με φτερό χήνας.

Ως τα τέλη του 13ου αιώνα βρίσκουμε σημαντικές αλλαγές σ’ αυτό το όργανο που αποκτά διαδοχικά τέσσερα, πέντε ή έξι ζευγάρια χορδών και συνοδεύει τους Ευρωπαίους τροβαδούρους του Μεσαίωνα στις περιπλανήσεις τους.

Το κούρδισμα του γίνεται συνήθως στις νότες Σολ – Ρε -Λα – Φα# – Ντο – Σολ, αν και υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι, ενώ το σχήματος αχλαδιού σώμα του διατηρείται αναλλοίωτο ως τις μέρες μας. Οι συνθέτες για αυτά τα μουσικά όργανα έγραφαν κυρίως σε σημειογραφία ταμπλατούρας.

Η μπαρόκ κιθάρα

Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα εμφανίζεται η πεντάχορδη μπαρόκ κιθάρα που καθιερώνεται τον 17ο αιώνα. Το κούρδισμά της σε μι-σι-σολ-ρε-λα προσεγγίζει το σύγχρονο κούρδισμα και υιοθετείται από τους συνθέτες της εποχής. Η μπαρόκ κιθάρα, παράλληλα με το μπαρόκ λαούτο, αναλαμβάνει συχνά το ρόλο συνοδείας στο μπάσο κοντίνουο (basso continuo) μαζί με ένα βαθύφωνο όργανο, συνήθως βιόλα ντα γκάμπα ή μπαρόκ τσέλο.

Η κλασική και η σύγχρονη κιθάρα

Συνεχίζοντας την ιστορική διαδρομή μας, βρίσκουμε την Ιταλία ως πρωτεύουσα του κιθαριστικού κόσμου κατά τον 18ο αιώνα. Οι Ιταλοί συνθέτες έγραφαν ένα μεγάλο αριθμό σημαντικών έργων. Όπως οι κιθαριστές και οι κατασκευαστές των οργάνων, έτσι και αυτοί ταξίδευαν συχνά. Την εποχή αυτή γράφονται εκατοντάδες μέθοδοι κιθάρας.

Στη Γαλλία η κιθάρα έγινε το όργανο της αριστοκρατίας και των ευγενών. Ωστόσο η Ισπανική Σχολή της κλασικής κιθάρας και η κατασκευή της Ισπανικής κιθάρας άρχισε να ακμάζει μόλις μετά το τέλος του 18ου αιώνα.

Ο σημαντικότερος παράγοντας στην ανάπτυξη της κλασικής κιθάρας ήταν η προσθήκη και καθιέρωση της έκτης χορδής στα μέσα του 18ου αιώνα.

Κατά το 19ο αιώνα, οι αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες και η βελτίωση στα μέσα μετακίνησης και μεταφοράς συντέλεσαν στην ανάπτυξη και στη διάδοση του οργάνου και ενθάρρυναν τους κιθαριστές να ταξιδεύουν παγκοσμίως.

Η μουσική της κλασικής κιθάρας άνθισε το 19ο αιώνα στην Ισπανία. Το 1850-1892 ο Antonio de Torres κατασκεύασε κιθάρες στη μορφή με την οποία την ξέρουμε ως σήμερα. Ο Τόρες άλλαξε τη μορφή της κιθάρας. Τα κλειδιά έδωσαν τη θέση τους σε μικρούς κυλίνδρους που περιστρέφονται μέσω ενός απλού βιδωτού μηχανισμού. Το ηχείο έγινε πιο πλατύ και πιο ρηχό με εξαιρετικά λεπτό καπάκι, για την αύξηση της έντασης. Εσωτερικά, οι εγκάρσιες μπάρες που ενίσχυαν το ηχείο αντικαταστάθηκαν από ακτινωτές που απλώνονται σε σχήμα βεντάλιας κάτω από το στρογγυλό άνοιγμα του ηχείου.Έτσι δημιουργήθηκε η κλασική κιθάρα, με 3 χορδές από έντερο ζώου και 3 μεταξένιες, περιτυλιγμένες με λεπτό σπιράλ σύρμα. Σήμερα χρησιμοποιείται πλαστικό ή νάιλον στη θέση του εντέρου.

Οι Ισπανοί αναδεικνύονται σε μεγάλους μαστόρους της κιθάρας, που άλλωστε παίζει σημαντικότατο ρόλο και στην λαϊκή τους μουσική.

Είδη κιθάρας

Στα τέλη του 19ου και κατά τον 20ο αιώνα, εμφανίστηκαν και άλλες κιθάρες όπως η ακουστική κιθάρα (με μεταλλικές χορδές και στενότερο μπράτσο), η 12χορδη κιθάρα, η χαβανέζικη κιθάρα η μεξικάνικη χαράνα, οι νοτιοαμερικάνικες τσαράνγκο και violao και άλλες.

Ο Αντρέ Σεγκόβια έδωσε στην κιθάρα μεγαλύτερο κύρος. Η κιθάρα καταξιώθηκε ως όργανο συναυλιών και μη κιθαριστές συνθέτες όπως ο Εϊτόρε Βίλα-Λόμπος, έγραφαν έργα για το όργανο. Μεγάλα σύγχρονα ονόματα στο χώρο της κλασικής κιθάρας θεωρούνται εκτός του Αντρέ Σεγκόβια, από την Αργεντινή ο Άμπελ Καρλεβάρο που συστηματοποίησε τη διδασκαλία της κιθάρας, ενώ ο Άγγλος Τζούλιαν Μπριμ και ο Αυστραλός Τζων Ουίλιαμς αναδείχτηκαν ως κορυφαίοι σολίστ του 20ου αιώνα. Περισσότερα, όμως, για τους συνθέτες και σολίστ θα μάθουμε στα επόμενα επίπεδα.

Η Ιστορία της κιθάρας συνεχίζεται με την ευρεία διάδοση του ηλεκτρισμού τη δεκαετία του 1930. Η ιστορία αυτή αρχίζει με τον Leo Fender και τον Orville Gibson κατασκευαστές – εφευρέτες της ηλεκτρικής κιθάρας , που θέλοντας να ενισχύσουν την ένταση της, δημιούργησαν ένα νέο μουσικό όργανο που εξελίσσεται ραγδαία. Πρόσφατα έχει κάνει και την εμφάνισή της και η κιθάρα Midi.

Είδη κιθάραςΕίδη κιθάρας

Κοινοποιήστε
10 Ιουλίου 2018