Το βιολί από πολλούς θεωρείται ο βασιλιάς των μουσικών οργάνων. Είναι το πιο διαδεδομένο σόλο όργανο μαζί με το πιάνο και την κιθάρα. Οι πιο συνηθισμένες του ονομασίες είναι: Violino στα ιταλικά, Violon στα γαλλικά, Violin στα αγγλικά και Geige στα γερμανικά. Η κύρια ονομασία του προήρθε από τον Ιταλικό Violino, που είναι υποκοριστικό του Viola.

Έχει 4 χορδές διαφορετικού τονικού ύψους (σολ, ρε, λα, μι), που χορδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους. Το συνηθισμένο μήκος του είναι γύρω στους 60 πόντους (αν και υπάρχουν και μικρότερα βιολιά για εκπαιδευτικούς σκοπούς) και παίζεται από τον μουσικό στηριγμένο στον ώμο. Ο ήχος στο βιολί παράγεται από το τρίψιμο του δοξαριού στις χορδές. Μερικές φορές θα ακούσετε τον ήχο του βιολιού να παράγεται και με τα δάχτυλα (pizzicato).

Το βιολί απαρτίζεται από τα παρακάτω μέρη:

  • Τον κοχλία (ή σαλίγκαρο) που είναι η κατάληξη της ταστιέρας και έχει εκτός των άλλων και διακοσμητικό χαρακτήρα.
  • Τα κλειδιά που τοποθετούνται πάνω στον κοχλία και τα οποία κουρδίζουν τις τέσσερις χορδές.
  • Το φρύδι (ή γλώσσα) όπου πατάνε επάνω οι χορδές προς την πλευρά των κλειδιών.
  • Την ταστιέρα, εκεί όπου πιέζουμε με τις άκρες των δακτύλων μας για να παραχθεί η επιθυμητή νότα.
  • Το λαιμό (ή μπράτσο), που είναι το πίσω μέρος της ταστιέρας.
  • Το σώμα (ή σκάφος) που είναι το κούφιο μέρος του βιολιού, το ηχείο δηλαδή και αποτελείται από τη ράχη (πίσω πλευρά) και το καπάκι (μπροστινή πλευρά).
  • Τις δυο οπές σχήματος “f” πάνω στο καπάκι του βιολιού, απ’ όπου βγαίνει ο ήχος προς τα έξω.
  • Τον καβαλάρη που πατάει πάνω στο καπάκι του ηχείου και όπου στηρίζονται οι τέσσερις χορδές προς την πλευρά του σώματος του βιολιού.
  • Την ψυχή, που είναι ένα λεπτό ραβδάκι μέσα στο σώμα του βιολιού, σφηνωμένο ανάμεσα στο καπάκι και στη ράχη, κάτω από τον καβαλάρη.
  • Τις βίδες (ή κλειδιά επίσης) που χρησιμοποιούνται για μικροκούρδισμα (τελειοποίηση του κουρδίσματος).
  • Το χορδοστάτη (ή χορδιέρα) πάνω στον οποίο τεντώνονται οι χορδές απ’ την πλευρά του σώματος του βιολιού.
  • Το υποσιάγωνο που εξυπηρετεί στο κράτημα του βιολιού με το σαγόνι και βρίσκεται στο κάτω αριστερό μέρος του βιολιού.
  • Το δοξάρι: Το εξάρτημα που γλιστράει πάνω-κάτω στις χορδές και παράγει τον επιθυμητό ήχο. Αποτελείται κυρίως από το τόξο και τις τεντωμένες τρίχες, που ακουμπούν στις χορδές όταν παίζουμε.
  • Τη γέφυρα (προαιρετικό εξάρτημα, όμως πολύ βολικό). Είναι ένα στήριγμα που τοποθετείται στην πλάτη του βιολιού και έχει σκοπό την πιο άνετη στήριξή του πάνω στο σώμα του μουσικού.

Τα μέρη του βιολιού

Το σώμα (σκάφος) του βιολιού αποτελείται από δύο κυρτές επιφάνειες, τη ράχη που κατασκευάζεται από σκληρό ξύλο (σφεντάμι) και το καπάκι (αρμονική τράπεζα) που κατασκευάζεται από μαλακό ξύλο (πεύκο ή έλατο). Η κυρτότητα των επιφανειών δεν προκύπτει με μηχανικό τρόπο, αλλά δημιουργείται με κατάλληλη κοπή από το σώμα της πρώτης ύλης.

Το μπράτσο του βιολιού κατασκευάζεται από σφεντάμι και καταλήγει στον κοχλία, στον οποίο ανοίγονται τρύπες για να τοποθετηθούν τα κλειδιά.

Επάνω στο μπράτσο κολλιέται η γλώσσα από έβενο ή ροδόξυλο. Από το ίδιο υλικό είναι και ο χορδοστάτης, στον οποίο στηρίζονται οι χορδές. Ανάμεσα στη γλώσσα και το χορδοστάτη βρίσκεται ο καβαλάρης, ο οποίος στηρίζεται σε δύο ποδαράκια και έχει προορισμό να μεταφέρει τις ταλαντώσεις των χορδών στο καπάκι, το οποίο με τη σειρά του τις μεταφέρει στην κοιλότητα του σκάφους.

Πάνω στο καπάκι, στην άκρη του χορδοστάτη υπάρχει μία υποδοχή που εξυπηρετεί το κράτημα του βιολιού με το σαγόνι. Το καπάκι στηρίζεται από κάτω με μια λεπτή ξύλινη μπάρα που περνά κατά μήκος του ηχείου και σφηνώνεται στο καπάκι συμβάλλοντας στην αντίχηση του οργάνου.

Στο εσωτερικό του οργάνου, κάτω από το πόδι εκείνο του καβαλάρη όπου επάνω του περνάει η «ψηλότερη» χορδή και σφηνωμένη ανάμεσα στο καπάκι και στη ράχη του βιολιού βρίσκεται η ψυχή: ένα λεπτό ραβδάκι από πεύκο που μεταβιβάζει τις ταλαντώσεις των χορδών στη ράχη του οργάνου, συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση του χαρακτηριστικού ήχου του βιολιού.

Το δοξάρι του βιολιού είναι ένα τόξο, με το οποίο τεντώνονται 150-250 τρίχες αλόγου. Οι τρίχες αλείφονται με ρετσίνι για να «πιάνουν» καλύτερα στις χορδές. Οι τέσσερις χορδές του βιολιού που κατασκευάζονταν αρχικά από έντερο ζώων και αργότερα από χαλκό και από χάλυβα, κουρδίζονται σε αποστάσεις πέμπτης (σολ,ρε,λα,μι). Το συνολικό του μήκος του είναι 600 χιλιοστά.

Η καταγωγή του βιολιού δεν είναι ξεκάθαρη, καθώς υπάρχουν διάφορες θεωρίες που υποστηρίζουν τη μία ή την άλλη άποψη. Μια από αυτές θεωρεί ότι το βιολί προέρχεται από τα έγχορδα μουσικά όργανα που έφεραν στην Ευρώπη οι Άραβες τον 8ο αιώνα, παρόλο που κανένα από τα αραβικά μουσικά όργανα δεν παίζεται στηριγμένο στον ώμο.

Μια άλλη θεωρία που κερδίζει συνεχώς έδαφος είναι ότι το βιολί κατάγεται από σλαβικά λαϊκά μουσικά όργανα του τύπου της κρητικής και της ποντιακής λύρας. Στην Πολωνία ήδη από τον 15ο αιώνα υπήρχαν όργανα σαν τις σημερινές βιόλες, με τρεις χορδές κουρδισμένες ανά τρίτες και τέταρτες. Αυτού του τύπου τα λαϊκά όργανα δεν είχαν βέβαια τον ήχο του σημερινού βιολιού αλλά ήχο πιο τραχύ.

Η λέξη “βιολί” προέρχεται από τη Λατινική Λέξη vitula που σημαίνει έγχορδο όργανο ή “μόσχος”/ “δαμαλίς”.

Υπάρχει μια πιθανότητα οι δύο αυτές λέξεις να συγγενεύουν ετυμολογικά για το λόγο ότι οι πρώτες χορδές του βιολιού προέρχονταν από έντερα βοοειδών. Το ρήμα “vitulare” σήμαινε “τραγουδώ” ή “ευφραίνομαι”.

Η λέξη “vitula” εξελίχθηκε στην παλιά Γαλλική λέξη “vielle” που έγινε “vyell” το Μεσαίωνα. Το “vyell” έγινε “viol” και τελικά “violon” ως ονομασία γένους της οικογένειας του βιολιού. Ο όρος “violon” απαντάται για πρώτη φορά σε ένα χειρόγραφο του 1523, ενώ πιο πριν ο ίδιος όρος χρησιμοποιείτο για να υποδείξει διαφορετικά όργανα.

Τα πρώτα έγχορδα όργανα ήταν κυρίως νυκτά (παίζονταν με το χέρι, χωρίς δοξάρι), όπως η αρχαιοελληνική “λύρα”. Τα έγχορδα με δοξάρι πιθανότατα προέρχονται από την Κεντρική Ασία. Τούρκοι και Μογγόλοι ιππείς από την Κεντρική Ασία ήταν, το πιθανότερο, οι πρώτοι βιολονίστες στον κόσμο. Τα δίχορδα όρθια βιολιά τους είχαν χορδές από τρίχες αλόγου, όπως και τα δοξάρια τους.

Πιστεύεται ότι αυτά τα όργανα διαδόθηκαν στην Κίνα, την Ινδία, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τη Μέση Ανατολή. Το βιολί στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε τον 16ο αίώνα στην Ιταλία.

Οι μαρτυρίες για το πρώτο τετράχορδο βιολί, όπως το σύγχρονο, αποδίδουν την κατασκευή του στον Andrea Amati το 1555, αλλά η χρονολογία είναι αμφίβολη. Η ύπαρξη άλλων βιολιών χρονολογείται σαφώς νωρίτερα, αλλά είχαν μόνο τρεις χορδές και ονομάζονταν “violetta”. Το βιολί σημείωσε άμεση επιτυχία.

Ο τύπος του βιολιού που γνωρίζουμε σήμερα δημιουργήθηκε και τελειοποιήθηκε στη βόρεια Ιταλία μετά από τον 16ο αιώνα. Εκεί τυποποιήθηκε το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του σημερινού βιολιού. Σημαντικές αλλαγές στην κατασκευή του βιολιού έλαβαν χώρα το 18ο αιώνα, κυρίως στο μάκρος και τη γωνία του μπράτσου.

Οι πιο ονομαστοί μάστορες κατασκευαστές βιολιού έζησαν στην Κρεμόνα. Οι αδερφοί Αμάτι, ο Γκουαρνιέρι και ο Στραντιβάριους έγιναν διάσημοι για τα βιολιά τους, τα οποία τα προτιμούν οι σολίστες από όλο το κόσμο ακόμη και σήμερα, γιατί θεωρούνται αξεπέραστα σε ποιότητα κατασκευής και ηχόχρωμα.

Σύντομα το βιολί κατέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο ως σόλο όργανο στην ιστορία της μουσικής. Τα καινούργια είδη της μουσικής του 17ου και του 18ου αιώνα, η σονάτα και το κοντσέρτο ξεκίνησαν ως μορφές μουσικής για βιολί. Τα όργανα της οικογένειας του βιολιού (βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο) έγιναν το κέντρο της κλασικής συμφωνικής ορχήστρας και το κλασικό κουαρτέτο εγχόρδων.

Από τότε μέχρι σήμερα έχουμε μια συνεχή ανάπτυξη της τεχνικής του βιολιού, καθώς και δημιουργία συνθέσων για βιολί. (Βιβάλντι, Ταρτίνι, Μπέντα, Στάμιτς, Λεκλέρ, Γκαβινιέ). Διάσημοι έγιναν σολίστες και συνθέτες από όλο το κόσμο χάρη στο βιολί, ήδη από τον 19ο αιώνα. Πρώτος από όλους ο Νικολό Παγκανίνι, ο Βιόττι, Ο Βιετάν, ο Κούμπελικ, Χουμπάι, ο Κράισλερ, ο Ενέσκου. Στον 20ο αιώνα κυριάρχησαν οι Μενουχίν, Στέρν και Σέρινγκ.

Η έκταση ήχων του βιολιού καλύπτει τέσσερις οκτάβες, από το σολ μέχρι το σολ4. O χαρακτηριστικός συνεχής ήχος του βιολιού δημιουργείται με γλύστριμα του δοξαριού πάνω στις χορδές. Με έλεγχο στην πίεση και την ταχύτητα του δοξαριού, το οποίο λειτουργεί ως προέκταση του ενός χεριού και με κατάλληλες κινήσεις και λαβές των δακτύλων του άλλου χεριού στις χορδές, ο βιολονίστας, κατά την εκτέλεση ενός μουσικού κομματιού, επηρεάζει :

  • τη δυναμική (από molto pianissimo μέχρι molto fortissimo),
  • τους εκφραστικούς χρωματισμούς (π.χ. παθητικά, τραγουδιστά, με κέφι, θριαμβευτικά, θλιμμένα) και
  • την άρθρωση μεταξύ των φθόγγων, όπως το πηδηχτό (saltato), το τονισμένο (marcato), το τρεμουλιαστό (tremolo), το τσιμπητό (pizzicato), τις τρίλιες (trillo), τους αρπισμούς (arpeggio), με γλύστρημα (glissando) κ.ά.

Με το βιολί είναι δυνατόν να εκτελεστούν επίσης διπλοί φθόγγοι και, με κατάλληλες τεχνικές συνθέσεως, ακόμα και τετραφωνικές μελωδίες (Μπαχ).

Ορχήστρα με βιολιά

Το βιολί μπορεί να υπογραμμίσει την παρουσία του ανάμεσα σε άλλα όργανα, ακόμα κι αν αυτά έχουν εκ κατασκευής ισχυρότερο ήχο, όπως στο Κουιντέτο της Πέστροφας του Σούμπερτ και τη σονάτα Regenlied τoυ Μπραμς. Στη ραψωδία Tzigane του Ραβέλ εκτελεί το βιολί αρπισμούς και πιτσικάτα του αριστερού χεριού, ενώ το όμποε παίζει τη μελωδία.

Όσο εντυπωσιακοί κι αν είναι όμως οι ήχοι του μεμονωμένου βιολιού, το σύνολο των βιολιών μίας ορχήστρας δίνει ένα διαφορετικό, πλούσιο και γεμάτο ήχο. Στο έργο Πιτσικάτο Πόλκα των Γιόχαν και Γιόζεφ Στράους παίζουν τα έγχορδα τον τσέχικο ρυθμό της πόλκας μόνο με πιτσικάτο. Όχι σπάνια απαιτείται από τα βιολιά της ορχήστρας εκτέλεση στα όρια της δεξιοτεχνίας, όπως για παράδειγμα σε διάφορα σημεία της δεύτερης και τρίτης εισαγωγής Leonore του Μπετόβεν. To βιολί έχει επίσης συχνά σημαντικό ρόλο σε κομμάτια για Jazz.

Το βιολί απαιτεί μακροχρόνιες σπουδές αλλά και το φυσικό προσόν του πολύ καλού αυτιού, γιατί αυτό οδηγεί το αριστερό χέρι του εκτελεστή να μετακινηθεί πάνω στις χορδές και να διαμορφώσει το ύψος κάθε νότας.

Ο σπουδαστής μαθαίνει την ανάλογη στάση του σώματος, ώστε να κρατά σωστά το μουσικό όργανο, να χειρίζεται το δοξάρι και με την πάροδο του χρόνου, καλλιεργώντας την τεχνική του, αποκτά δεξιοτεχνία.

Επειδή όλα αυτά απαιτούν πειθαρχία, υπομονή, καθημερινή επαφή με το όργανο (μελέτη στο σπίτι) αλλά και επιμονή, οι σπουδαστές καλό είναι να αρχίζουν, συστηματικά μαθήματα σε όσο γίνεται μικρότερη ηλικία.

Μικρή βιολονίστρια

Κοινοποιήστε
12 Ιουλίου 2018